Tuesday, June 16, 2009

ΟΜΗΡΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Οι φιλόλογοι («γραμματικοί») της Αλεξάνδρειας πρώτοι ασχολήθηκαν κριτικά με τα ομηρικά ποιήματα. Ο Ξένωνας και ο Ελλάνικος (3ος αι. π.Χ.) υποστήριζαν πως άλλος ποιητής συνέθεσε την Ιλιάδα και άλλος την Οδύσσεια. Είναι οι πρώτοι χωρίζοντες. Την άποψή τους αυτή πολέμησε ο σύγχρονός τους σπουδαίος φιλόλογος Αρίσταρχος και η γνώμη του ότι ένας είναι ο ποιητής και των δύο ποιημάτων επικράτησε ως τα νεότερα χρόνια.
Πρώτος στα νεότερα χρόνια ο Γάλλος καλόγερος Φρανσουά Χέντελιν ντ’ Ομπινιάκ σε μια μελέτη του που γράφτηκε το 1664, αλλά δημοσιεύτηκε το 1715 ύστερα από το θάνατό του, υποστήριξε πως η ποιητική αξία της Ιλιάδας υπάρχει στα μικρότερα έπη από τα οποία αυτή αποτελείται και τα οποία συγκόλλησε κάποιος ποιητής.
Σταθμός για τις ομηρικές σπουδές υπήρξε το βιβλίο του μεγάλου Γερμανού φιλόλογου Φρίντριχ Βολφ «Προλεγόμενα στον Όμηρο», που δημοσιεύτηκε το 1795 στο Χάλε, στο πανεπιστήμιο του οποίου ο Βολφ ήταν καθηγητής. Στο έργο αυτό ο Βολφ υποστήριξε ότι τα δύο ποιήματα, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, δεν είναι δυνατό να προέρχονται από έναν ποιητή και ακόμη ότι καθένα από αυτά –ο Wolf μιλούσε κυρίως για την Ιλιάδα, γιατί μ’ αυτήν ασχολήθηκε περισσότερο– είναι μια συνένωση από μικρότερα έπη. Τα κυριότερα επιχειρήματα του φιλόλογου αυτού είναι τα ακόλουθα:
Η Ιλιάδα (15.693 στίχοι). Τά ελληνικά φύλα, επειδή πιθανότατα δεν μπορούσαν να ανεχθούν τον έλεγχο των στενών του Ελλήσποντου από την Τροία, εκστράτευσαν εναντίον της και ύστερα από μακροχρόνια πολιορκία κατόρθωσαν να την κυριέψουν και να την πυρπολήσουν. Το ιστορικό αυτό γεγονός μεταμορφώθηκε από τη λαϊκή φαντασία σε θρύλους, που αποτέλεσαν την ύλη για τον ποιητή της Ιλιάδας. Πυρήνας του έργου είναι η οργή (μήνις) του Αχιλλέα εναντίον του Αγαμέμνονα –αλλά και εναντίον των άλλων Ελλήνων αρχηγών– με τα φοβερά επακόλουθά της. Το ποίημα δεν ονομάστηκε Αχιλληίδα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά Ιλιάδα, επειδή ο ποιητής πλέκει με το επεισόδιο αυτό (τη μήνιν) και πολλά άλλα επεισόδια του πολέμου γύρω από το Ίλιο, την ακρόπολη (κάστρο) της Τροίας. Οι φιλόλογοι της Αλεξάνδρειας διαίρεσαν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια σε 24 ενότητες, τις ραψωδίες· στην Ιλιάδα οι ραψωδίες αριθμούνται με τα κεφαλαία γράμματα του αλφάβητου και στην Οδύσσεια με τα μικρά.
Ο χαρακτήρας της Ιλιάδας είναι πολεμικός και εκείνο που εξυμνείται είναι η δύναμη και η παλικαριά. Τα επεισόδια της Ιλιάδας εκτείνονται χρονικά σε 51 μέρες, από τις οποίες οι πιο δραματικές και αποφασιστικές είναι τέσσερις. Τα κυριότερα από τα επεισόδια αυτά είναι τα ακόλουθα: στη ραψωδία Α, η οργή του Αχιλλέα εναντίον του Αγαμέμνονα για την προσβολή που του κάνει. Στο τέλος της ραψωδίας η συνέλευση των θεών και η υπόσχεση του Δία στη Θέτιδα ότι θα ικανοποιηθεί ο Αχιλλέας. Στη ραψωδία Γ κύριο επεισόδιο είναι η μονομαχία Πάρη και Μενέλαου, στη Ζ η τρυφερή σκηνή της συνάντησης Έκτορα και Ανδρομάχης, στην Η η μονομαχία Έκτορα και Αίαντα, στη Λ τα κατορθώματα του Αγαμέμνονα, στην Π τα ανδραγαθήματα και ο θάνατος του Πάτροκλου, στη Σ η κατασκευή από τον Ήφαιστο της καινούριας πανοπλίας του Αχιλλέα (η περιγραφή της ασπίδας είναι από τα ωραιότερα μέρη του ποιήματος) και η είσοδός του στον αγώνα. Στις ραψωδίες Υ, Φ, Χ το κυριότερο επεισόδιο είναι η αποφασιστική πάλη Αχιλλέα - Έκτορα και ο θάνατος του Έκτορα.
Η Οδύσσεια (12.104 στίχοι). Στο ποίημα αυτό υπάρχουν συνενωμένα στο πρόσωπο του Οδυσσέα, ήρωα του έργου, τρία στοιχεία: το μυθιστόρημα του ναυτικού που αγωνίζεται να ξαναγυρίσει στον τόπο του, θαλασσινά παραμύθια, θρύλοι από τον τρωικό πόλεμο. Ο ποιητής πήρε έναν από τους θρύλους του τρωικού πολέμου που αναφερόταν στο γυρισμό (νόστον) του Οδυσσέα, και που πιθανότατα ήταν ο πιο ενδιαφέρων, και έπλεξε γύρω απ' αυτόν τα στοιχεία από τους δύο άλλους κύκλους που αναφέρθηκαν, δημιουργώντας την Οδύσσεια. Η όλη υπόθεση του ποιήματος αυτού εκτείνεται χρονικά σε 40 μέρες.
Τα κυριότερα από τα επεισόδια που ο ποιητής αφηγείται στην Οδύσσεια είναι τα ακόλουθα: Στις ραψωδίες α-δ η κατάσταση στο παλάτι του Οδυσσέα, όπου οι λεγόμενοι μνηστήρες κατασπαταλούν την περιουσία του και θέλουν να εξαναγκάσουν τη γυναίκα του να παντρευτεί κάποιον απ' αυτούς. Στις ραψωδίες ε-η το ναυάγιο του Οδυσσέα κοντά στο νησί των Φαιάκων, τη σωτηρία του, τη συνάντησή του με τη Ναυσικά, την κόρη του βασιλιά του νησιού. Στις ραψωδίες θ-μ ο Οδυσσέας διηγείται στο παλάτι του βασιλιά των Φαιάκων τις περιπέτειές του. Στις ραψωδίες ν-π η άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη και το φανέρωμά του στον Τηλέμαχο. Στις ραψωδίες φ και χ η θανάτωση των μνηστήρων και η τιμωρία των άπιστων δούλων. Τέλος στη ραψωδία ψ η φανέρωση του Οδυσσέα στη γυναίκα και τον πατέρα του.
Αντίθετα από το χαρακτήρα της Ιλιάδας, ο χαρακτήρας της Οδύσσειας είναι ήρεμος και ειρηνικός. Αυτό όμως οφείλεται στο θέμα της και όχι στο ότι συντέθηκε πολύ αργότερα ή από άλλον ποιητή.
Η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα τα ομηρικά ποιήματα είναι γλώσσα τεχνητή, λογοτεχνική· σ' αυτήν έχουν αναμειχθεί στοιχεία από την ιωνική κυρίως διάλεκτο, λιγότερα από την αιολική και ελάχιστα από την αρκαδοκυπριακή και την αττική. Είναι η πρώτη πανελλήνια λογοτεχνική γλώσσα και εκείνη που έγινε η κατά παράδοση γλώσσα της επικής ποίησης. Οι επιδράσεις της φτάνουν ως την τραγωδία, ακόμη και ως τον πεζό λόγο.
Όχι μονάχα στην αρχαιότητα, αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια, τα δύο ποιήματα του Ομήρου ήταν τα πιο αγαπητά ακροάματα και αναγνώσματα. Οι νέοι τα αποστήθιζαν και οι ήρωες των ποιημάτων αυτών ήταν για κείνους τα πρότυπα που έπρεπε να φτάσουν. Στα βυζαντινά χρόνια οι καλόγεροι στα μοναστήρια τα αντέγραφαν με αγάπη ή τά εξαφάνιζαν μέ μεγαλυτέρα αγάπη. Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος το 12ο αι. έγραψε πολύτιμα σχόλια πάνω σ' αυτά και το χειρόγραφό του σώθηκε. Στη Δύση τα ομηρικά ποιήματα ήταν άγνωστα ως τα μέσα του 15ου αι. Έγιναν γνωστά πρώτα στην Ιταλία, όταν οι Έλληνες φυγάδες της Κωνσταντινούπολης έφτασαν εκεί, και στη συνέχεια σε ολόκληρη την Ευρώπη.






Ως πρός τό άν υπήρξε ό Όμηρος, τό ξεκαθαρίζουν οί :

• Πλάτων στήν ιδανική Πολιτεία.
• Ευστάθιος στά σχόλια Ιλιάδος.
• Αριστοτέλης(στήνΠοιητική).
• Οί τραγικοί Ευριπίδης(Ίων530) και Αισχύλος (Αθήναιος 347 Ε ).
• Αριστοφάνης( στό έργο Βάτραχοι 1035) καί ό Πίνδαρος.
• Σικελιώτης (ΒιβλίοΣΤ).
• Δημόκριτος(αποσπ.21).
• Στράβων(Α΄,2) καί Ξενοφών(Απομν1.4.3).
• Πλούταρχος(Ηθικ.Α4)
• Πρόκλος (ΧρηστομάθειαΒ) καί άλλοι...

Όσο γιά τό άν ήταν τυφλός, ό Ηρόδοτος απαντά: «ή μήτηρ τίκτει τόν Όμηρον ού τυφλόν αλλά δεδορκότα». Οί έξοχες επίσης εικόνες του,μέ τίς περιγραφές πού δίνει, τά δέκα ρήματα μέ τίς λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις τού ορώ, ό αποχαιρετισμός Έκτορος καί Ανδρομάχης, οί περιγραφές τραυματισμών, νεφών, χρωμάτων, μαχών, νευμάτων καί άλλα, προβάλλουν έναν ποιητή, κάθε άλλο παρά τυφλό. Ό Πρόκλος τονίζει: «Τυφλόν δέ όσοι τούτον απεφήναντο, αυτοί μοί δοκούσι τήν διάνοιαν πεπηρώσθαι.Τοσαύτα γάρ κατείδεν άνθρωπος όσα ουδείς πώποτε»(Χρηστομ.Εκλ.Β,5). Ήρθε λοιπόν ό Όμηρος καί συνήρμοσε όλες τίς αξίες τού Ελληνισμού: αρετάς, ηρωισμό, θυσία, φιλία, αγάπη, έρωτα, νοσταλγία, σοφία, επιστήμες, τέχνες καί άλλα. Τό όνομα Όμηρος δέν είναι τό αληθινό όνομα, αλλά εκφράζει, σηματοδοτεί, κωδικοποιεί, εμπεριέχει τήν ικανότητα τού Ποιητή. Αυτό ήταν ότι πιό συνηθισμένο στήν αρχαία εποχή: Πλάτων διά τό πλατή στήθος καί μέτωπο. Θεόφραστος (Τύρταμος) διά τό θεσπέσιο τών λόγων του.Ό Σιμωνίδης απεκλήθη Μελικέρτης. Ή Σαμφώ πήρε τό όνομα έκ τού Ψαπφά, Ψαλμωδός, Ψάλλω. Ό Οιδίπους έκ τού οιδήματος στά πόδια του. Ή Αριάδνη έκ τού άρι-ανδάνω, πολύ αρεστή. Ό Έπαφος επειδή εγεννήθη έξ επαφής Διός. Ό Αυτόλυκος επειδή καί αυτός ώς λύκος έκλεβε τάς Βόας τού Σισύφου. Ή Καλυψώ ή νύμφη ή καλύπτουσα δολίως. Ό Αχιλλέας, αυτός πού μέ άχος(λύπη) ίλλει-τριγυρίζει. Ό Νεοπτόλεμος, επειδή ήρθε νέος είς τόν πόλεμο. Ό Πρωτεσίλαος, ό πρώτος τού λαού πού όρμησε στήν μάχη καί σκοτώθηκε. Ό Πάτροκλος έκ τού πάτρα καί κλέος. Έκτωρ σημαίνει διάδοχος θρόνου. Αντίνοος, ό αντί-νούς. Όμηρος λοιπόν σύμφωνα καί μέ τόν Σουίδα: Ομού + Αραρίσκει, αυτός δηλαδή πού συνδέει τούς αντιμαχομένους.
Ό Ερατοσθένης τοποθετεί τόν Όμηρο έναν τό πολύ αιώναν μετά τά Τρωικά. Ό Πρόκλος τόν τοποθετεί στούς Τρωικούς χρόνους. Ό Πλούταρχος στόν βίο Λυκούργου λέγει πώς εκείνος καί ό Ξενοφών πιστεύουν πώς ό Όμηρος είναι αρχαίος.








Ώς πρός τό πότε έγινε ό Τρωικός πόλεμος :

Υπάρχουν αντιρρήσεις γιά τήν άποψι πού χρόνια έχει επιβληθεί. Ό Σουίδας τοποθετεί τόν Όμηρο 160 έτη μετά. Άρα πρίν τό 1000πχ. Επίσης ό Όμηρος αγνοεί τόν αποικισμό τής Ιωνίας καί αυτό τόν κάνει αρχαιότερο τού τότε αποικισμού. Δέν θά μπορούσε ό Όμηρος νά ζούσε τόν 8ον πχ αιώνα καί νά μήν εγνώριζε τόν αποικισμό. Ό Όμηρος δέν γνωρίζει επίσης τόν Νείλο, αλλά τήν πανάρχαια ονομασία αυτού Αίγυπτος. Τήν Χαιρώνεια τήν ονομάζει Άρνη, τήν Πελοπόννησο τήν λέγει Άργος, ενώ τόν Ιδομενέα τόν παρουσιάζει ώς εγγονό τού Μίνωα. Αναφέρεται σέ 100 ακμάζουσες Κρητικές πόλεις, οί οποίες όμως είχαν καταστραφεί από τό 1650πχ καί τήν έκρηξι τού ηφαιστείου τής Θήρας. Τά Τρωικά ό Όμηρος τά τοποθετεί μία γενεά μετά τά Αργοναυτικά, κάνοντας άγνωστο τό πότε εκείνος έζησε καί τό πότε έγινε ό πόλεμος πού εκείνος εξιστορεί. Ό Μητροπολίτης Αθηναγόρας Παραμυθίας λέγει στό έργο του Χάος:
«κακώς νομίζεται πώς ό Όμηρος 400 μόνον έτη ακμάσας πρό τού Ηροδότου...
αλλά αρχαιότερος ».

Ώς πρός τό περιεχόμενο :

Ό Όμηρος έγραψε τήν Ιλιάδα 16000στίχων καί τήν Οδύσσεια 13000στίχων. Τά συγκλονιστικά αυτά έπη έχουν εμπνεύσει επί αιώνες τούς επιστήμονες γιά τήν έρευνα τών Ομηρικών ζητημάτων πού προκείπτουν. Άξιες μεταφράσεις έχουν κάνει ό Παλαμάς, ό Καζαντζάκης, ό Εφταλιώτης, ό Πολυλάς, ό Πάλλης καί άλλοι. Ό Όμηρος προβάλλει, εξυψώνει, αναδεικνύει ιδιαιτέρως τήν προσωπικότητα, τήν παρουσία τού Οδυσσέως, όχι μόνο στήν Οδύσσεια όπου είναι φυσικό άλλωστε, αλλά καί στήν Ιλιάδα, μεταξύ τόσων ηγεμόνων καί ηρώων πολεμιστών. Μέσα σέ όλους αυτούς(εκτός φυσικά τού ασυναγώνιστου Αχιλλέα καί αρχιστρατήγου Αγαμέμνονα) επτά είναι οί αριστήες, επτά ήσαν οί υπέροχοι : ό Νέστωρ, ό Ιδομενεύς, ό Διομήδης, οί δύο Αίαντες, ό Μενέλαος καί πάνω απ’όλους ό Οδυσσεύς. Ό Οράτιος παρατηρεί ότι ό Όμηρος ώς πρός τήν ανδρεία καί τήν σοφία μάς προτείνει ώς παράδειγμα τόν Οδυσσέα. Στό θέμα τής Χρυσηίδας, ή λεπτή αποστολή ανατίθεται στόν Οδυσσέα. Όταν μετά οί Αργείοι σκέπτονται νά εγκαταλείψουν τόν πόλεμο απογοητευμένοι, ό Οδυσσέας είναι αυτός πού εμποδίζει μέ λόγια επιτήδεια νά σύρουν τά πλοία στήν θάλασσα καί νά φύγουν. Στήν μάχη ό Οδυσσέας είναι ό γενναιότατος μετά τόν Αχιλλέα. Θυμωμένος από τόν θάνατο τού φίλου του Λεύκου(όπως ό Αχιλλέας από τόν θάνατο τού Πατρόκλου), ορμά στήν μάχη καί σκοτώνει πολλούς. Στήν ΡαψΘ, όταν ό Αγαμέμνων θέλει νά εμψυχώση τούς Αχαιούς, πηγαίνει στό πλοίο τού Οδυσσέως πού τόν άκουγαν όλοι επειδή ήτο στήν μέση. Όταν πάλι ό Αχιλλέας απέχει από τήν μάχη, επικεφαλής τών τριών ανδρών πού πηγαίνουν νά τόν πείσουν νά επιστρέψη, είναι ό Οδυσσέας μέ τόν τροφό τού Αχιλλέα Φοίνικα καί τόν πρώτο ξάδελφο τού Αχιλλέα, Αίαντα από τήν Σαλαμίνα. Στό Κ τής Ιλιάδος σέ αποστολή κατασκοπευτική πηγαίνουν ό Οδυσσέας καί ό Διομήδης. Ακόμα καί στό επεισόδιο μέ τόν κύκλωπα, έχει προνοήσει νά έχει μαζί τού μέγαν ασκό μέ οίνο. Ό Οδυσσέας παρουσιάζεται πάντα από τόν Όμηρο νά προνοεί, νά νικά καί νά αντιμετωπίζη όλους τούς κινδύνους. Όπως μέ τόν νά πεί στόν Κύκλωπα μετά πώς τόν λένε «κανένα». Τά άσχημα όμως τού Οδυσσέα φαίνεται νά τά αποκρίπτει ό συγγραφέας. Ό Οδυσσέας ενόστησε μέν, αλλά μόνος. Αυτό αποτελεί κηλίδα γιά έναν ηγέτη, όμως ό Όμηρος τόν δικαιολογεί λέγοντας πώς έκανε τά πάντα γιά νά τούς σώση.
ό Παλαμήδης αποκάλυψε τήν πανουργία τού Οδυσσέως περί παραφροσύνης γιά νά μήν λάβη μέρος είς τόν Πόλεμο.Τότε ό Οδυσσέας εκατηγόρησε τόν Παλαμήδη στόν Αγαμέμωνα ότι πείθει τούς Έλληνας νά αναλάβη τήν αρχιστρατηγία ό Αχιλλέας. Ό Παλαμήδης τότε κατηγορήθηκε γιά προδοσία καί ό Οδυσσέας κατάφερε νά καταδικαστή αυτός ώς προδότης. Διά τούτω οργίσθη ό Μέγας Αχιλλέας, καί ουχί διά τής Βρισηίδος, κατά τό πλάσμα τού Ομήρου.
(Αθ. Σταγειρίτης Ωγυγ.-Αρχαιολ.Δ΄457)

Επίσης στήν υπόθεση τών όπλων τού Αχιλλέως, τά οποία ό Αίας τά εδικαιούτο, ό Οδυσσέας τά πήρε μέ τά συνήθη τεχνάσματα οδηγώντας τόν Αίαντα στήν παραφροσύνη καί τήν αυτοκτονία. Ό Όμηρος λοιπόν αυτό τό αφήνει νά διαφανή μέ στοιχεία μεταμέλειας στό Λ(540-595) τής Οδυσσείας. Γιατί όμως όλα αυτά ; Γιατί ό Όμηρος προστατεύει καί ασχολείται μονίμως καί κυρίως μέ αυτόν ; Προστατεύει καί επαινεί τόν εαυτό τού ή κάποιον συγγενή ή φίλο.Τό λεξικόν Σουίδα λέγει: «Όμηρος ό ποιητής, υιός Μαίονος ή Μητίου, κατά δέ άλλους υιός τού Τηλεμάχου τού Οδυσσέως καί τής Πολυκάστης». Ποιός στήν σύγχρονη Ελλάδα έχει αναφερθεί σ’αυτό τό ενδεχόμενο πού μέ γεωμετρική ακρίβεια φαίνεται.
• Οί Τρώες ήσαν Έλληνες
• ό Όμηρος υπήρξε
• τό όνομα Όμηρος δέν ήταν όνομα αλλά εξέφραζε τήν ικανότητα μεγάλου ποιητού
• οί περιγραφές τού Ομήρου τοποθετούν τόν πόλεμο αιώνες πρίν τό 1280πχ καί μάλιστα πρίν τό 3000πχ
• ό Όμηρος ήταν αρχαιότερος από όσο τόν θέλει ή συμβατική ιστορία. Yπήρχε βεβαίως εξελιγμένη γραφή γιά νά γράψει τά έπη του εκείνα τά πανάρχαια χρόνια καί φυσικά τά έπη πρώτη φορά μάς παρεδόθησαν γραπτώς καί δέν ήταν απλά προφορικά έπη τά οποία εγράφησαν τελικώς αιώνες αργότερα.

Ό Τζ.Χάιγκεν καθηγητής πολλών αμερικανικών παναπιστημίων, στό βιβλίο του «Ή κλασσική παράδοση» λέγει πώς τέτοιο ποίημα σάν τήν Ιλιάδα, αδύνατον νά είχε παραδοθή χωρίς γραφή. Ό Βόλφ Σάντεβαλτ γερμανός καθηγητής, στό βιβλίο του «από τόν κόσμο καί τό έργο τού Ομήρου» λέει πώς ή Ιλιάδα όπως όλα τά μεγάλα έπη, ήταν τό πλούσιο σέ προυποθέσεις προϊόν μιάς ύστερης επικής εποχής, όταν ή γραφή ήταν οπωσδήποτε γνωστή στήν Ελλάδα..από τήν στιγμή πού έπαψε νά ισχύει τό δόγμα γιά τήν καθυστερημένη χρήση γραφής.
Στήν ουσία τό αποδεικτικόν στοιχείο αυτών πού θέλουν τόν Πεισίστρατο νά γράφη τά έπη είναι: «Πεισίστρατος ος τόν Όμηρον ήθροισε σποράδην τό πρίν Αειδομένον». Τό ήθροισε δέν σημαίνει κατέγραψε, αλλά απλώς ήθροισε. Αθροίζω σημαίνει συλλέγω,συγκεντρώνω, πράγμα πού έκανε. Απέστειλε τόν ποιητήν Ονομάκριτον διά νά συλλέξη τίς διασκορπισμένες γραπτές ραψωδίες τού Ομήρου.
Ό Σουίδας γράφη : «Όμηρος έγραψε τήν Ιλιάδα ούχ άμα, ουδέ κατά τό συνεχές, καθάπερ σύγκειται,αλλ’αυτός μέν έκαστην ραψωδίαν γράψας καί επιδειξάμενος έν τώ περινοστείν τάς πόλεις, τροφής ένεκεν απέλιπεν».

Ύστερον δέ συνετέθη καί συνετάχθη υπό πολλών. Καί μάλιστα υπό Πεισιστράτου τών Αθηναίων τυράννου. Ό Αιλιανός επεξηγεί: «Τά Ομήρου έπη πρότερον διηρημένα ήδον οί παλαιοί..».Ό Κικέρων στό έργο τού De Oratore III,137 λέγει πώς πρώτος ό Πεισίστρατος συνήθροισε- ετακτοποίησε τά βιβλία τού Ομήρου, τά οποία προηγουμένος ήσαν ανακατωμένα, ώστε τώρα τά έχομεν. Ό Στράβων(βιβλίον ΣΤ) αναφέρει πώς ό Κρεώφιλος ό Σάμιος, φιλοξενήσας τόν Όμηρον, έλαβε παρ’αυτού ώς δώρον ξενίας τό χειρόγραφον ένος έπους, τό λεγόμενο Οιχαλίας Άλωσης. Ό Όμηρος φαίνεται λοιπόν πώς εδώριζε τίς Ραψωδίες του. Ό Πεισίστρατος λοιπόν συγκέντρωσε τίς διασκορπισμένες αλλά ήδη γραπτές Ραψωδίες. Ό Πλούταρχος στούς Βίους, διασώζει τήν μαρτυρία, πώς είς τάς χείρας τού Λυκούργου περιήλθον βιβλία τού Ομήρου πού διατηρούσαν οί απόγονοι τού Κρεωφίλου.Αυτές ακριβώς τίς γραμμένες ραψωδίες συγκέντρωσε αργότερα ό Πεισίστρατος καί προέβη είς τήν πρώτην επίσημη έκδοσί των. Ό αυστηρός καί ακριβολόγος Κικέρων γράφει: «Peisistratus, primus Homeri Libros confuses antea, sic disposuisse...ut nunc Habemus» ό Πεισίστρατος λοιπόν πρώτος συνήθροισε τά βιβλία τού Ομήρου πού ήσαν έως τότε ανακατωμένα, καί έτσι τά έχουμε. Ό Στέφανος Βυζάντιος γράφει πώς «φασίν ότι Όμηρος έν Βολισσώ έπ’άκρον Χίου πλησίον, τάς διατριβάς εποείτο, ώς έφορος». Ό Λατίνος Τάκιτος ό ιστορικός δίδει καί εκείνος τήν δική του μαρτυρία, περί υπάρξεως αρχαιοτάτης Ελληνικής γραφής: «Arcade ab evadro dedicerun litteras et forma litteris lainis». Καί μόνον από αυτό τό χωρίον συνεπάγεται από πού βρήκαν τήν γλώσσα των οί Λατίνοι, πρίν ακόμα φτάσουν οί Χαλκιδείς είς τό Λάτιον. Ό Αρκάς Εύανδρος έθεσε τίς βάσεις τού πρώτου πολιτισμού τής Ρώμης, καί αυτό τό καταθέτει ό Ιωάννης ό Λύδος(περί μέτρων 1,9). Ό Αθανάσιος Σταγειρίτης γράφει πώς ή μήτηρ τού Ευάνδρου, ή Καρμέντις μετασχημάτισε τά λατινικά έκ τών Ελληνικών, καί ονομάσθη Carmina επειδή έλεγε τούς χρησμούς διά στίχων. Πρός τιμήν της καθιερώθησαν οί εορτές τών Καρμενταλίων κάθε 10 Ιανουαρίου. Ό δίσκος τής Φαιστού δικαιολογεί αρχαιοτάτη γραφή, αφού καθαρά πάνω σ’αυτόν υπάρχουν τυπωμένα ολοκάθαρα τά γράμματα Β,Γ,Λ,Υ. Ό ίδιος ό Όμηρος μιλά γιά αρχαιότατη γραφή στήν περίφημη επιστολή τού Προίτου: «γράψας επί πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά»(Ζ169). Ό Elpidio Mioni καθηγητής κωδικολόγος τού Πανεπιστημίου τής Πάδοβας, συντάκτης τού επιστημονικού καταλόγου τών Ελληνικών χειρογράφων τής Μαρκιανής βιβλιοθήκης τής Βενετίας, στήν μονογραφία του «Introduzione alla paleografia Greca» λέγει πώς οί ψυχικές, συνεσθηματικές καί άλλες έντονες καταστάσεις πού περιγράφει, απαιτούν από τόν Όμηρο τήν χρήση εξελιγμένης γραφής. Ό Πλούταρχος στό περί Σωκράτους δαιμόνιον μάς πληροφορεί ότι ό Αγησίλαος ανεκάλυψε στήν Αλίαρτο τόν τάφο τής Αλκμήνης, μητέρας τού Μεγάλου Ηρακλέους, όπου ό τάφος είχε ώς αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια». Πολύ συχνά μάλιστα συνέβαινε νά έρχονται στό φώς τάφοι, στήλες, αφιερώματα, μέ γράμματα παμπάλαια τά οποία οί αρχαίοι τά ονόμαζαν «αρχαία». Στήν Ελευσίνα όπου οί Αθηναίοι οικοδομούσαν ναό τής Δήμητρος, βρήκαν στήλη χαλκή, έφ’ής επεγάγρεπτο: «ΔΗΙΟΠΗΣ ΤΟΔΕ ΣΗΜΑ». Ό Διόδωρος γράφει πώς ό Θυμοίτης, πλανηθείς είς τήν οικουμένη, συνέταξε τάς πράξεις τού Διονύσου: «αρχαϊκής γράμμασι χρησάμενος»(Αριστοτ.Περί θαυμασίων ακουσμάτων). Ό Παυσανίας μάς πληροφορεί (Ηλ.Α17.5) πώς ή λάρναξ τού Κυψέλου είχε επιγράμματα: «γράμμασι τοίς αρχαίοις γεγραμμένα». Επίσης «Ηλείων γράμματα αρχαία» έλεγε τό επίγραμμα τού Ιφίτου είς Ολυμπία όπως μάς πληροφορεί ό Παυσανίας (Ηλ.Α4,5). Ό Ευριπίδης στήν Ιφιγένεια έν Αυλίδι, παρουσιάζει τόν Αγαμέμνονα νά γράφη, νά σβήνη καί νά ξαναγράφη μέχρι νά μπορέση νά συντάξη μέ εύσχημο τρόπο τήν επιστολή μέ τήν οποία καλούσε τήν κόρη τού Ιφιγένεια στήν Αυλίδα «...δέλτον τέ γράφεις...καί σφραγίζεις λύεις τ’οπίσω...λόγω φράσω σοί πάντα τ’αγγεγραμμένα». Όλοι γενικά οί Έλληνες δραματουργοί παρουσιάζουν τούς μυθικούς ήρωες νά γράφουν καί νά αποστέλουν μηνύματα, όπως στόν Σοφοκλή όπου ό Αγαμέμνων πάλι διατάζει νά διαβάσουν από μία πινακίδα τόν κατάλογο τών Αρχηγών Ελλήνων. Τό ίδιο γίνεται μέ τόν Αισχύλο στίς Ικέτιδες, τόν Σοφοκλή στίς Τραχίναι καί στόν Ευριπίδη στόν Ιππόλυτο. Ό Αθηναγόρας στήν κοσμογονία τού Ορφέως κτλ. Στόν Παλαμήδη μάλιστα ό Ευριπίδης μιλά γιά τό ταχυδρομείον καί τήν ανάγκη καλύψεως επικοινωνιακών αναγκών. Ό Πλούταρχος κάνει πάλι αναφορά γιά πανάρχαια γραφή είς τόν βίο Θησέως, αλλά καί ό Πολύαινος είς τά Στρατηγήματά του, αφηγείται ότι ό Σίσυφος, πάππος τού Οδυσσέως, επειδή ό Αυτόλυκος (ό άλλος παππος από τήν μητέρα του) τού έκλεπτε τάς βόας, τότε εκείνος εχάραξε γράμματα πού έλεγαν: «ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ ΕΚΛΕΨΕ».Δικαίως λοιπόν ό Διογένης ό Λαέρτιος διαμαρτύρεται : «Λανθάνουσι δ’αυτούς τά τών Ελλήνων κατορθώματα...Βαρβάροις Προσάπτοντες». Ή Καθηγήτρια τού Πανεπιστημίου τής Καλλιφορνίας Μαρ.Μάκ Ντόναλτ είς τόν θησαυρόν τής Ελληνικής γλώσσης, μάς παρέχει τήν πληροφορίας πώς ό αρχαίος ιστορικός Δίκτυς έγραψε περί Ιλιάδος. Ό Ιωάννης Μαλάλας στήν χρονογραφία συμπληρώνει: «ό σοφώτατος Δίκτυς ό έκ τής Κρήτης υπεμνημάτισε μετά αληθείας τά προγεγραμμένα καί τά λοιπά πάντα τών επί τό Ίλιον επιστρατευσάντων».
Τήν παραπλανητική πληροφορία περί τής καταγραφής τών Επών γιά πρώτη φορά από τούς απεσταλμένους τού Πεισιστράτου, τήν διέσωσε ό εβραίος Γιοσέφ Μπέν Μαθιά, ό γνωστός σέ μάς σήμερα ώς Φλάβιος Ιώσηπος(Κατά Απίωνος Α15). Ό Παντελώς αναξιόπιστος αυτός ιστορικός σέ πολλά θέματα, επιθυμεί νά προβάλη τήν αρχαιότητα τού έθνους του καί τήν ανωτερότητά του, έναντι τών Ελλήνων. Ό ίδιος μάλιστα στό «Κατά ΑπίωνοςΑ3» έργο του, λέγει: «διδάξας πάντας περί τής ημετέρας αρχαιότητος».
Στά ψεύδη τού απαντά ή διάσημη έκ Τεγέας ποιήτρια Ανύτη :«Όμηρε, σύ γάρ κλέος έν Ελλάδι πάση... δισσάς έκ στηθέων γραψάμενος σελίδας.Τίς ποτ’ο τόν Τροίης πόλεμον σελίδεσσιν χαράξας..» (Ελλ. Ανθολόγ. 16 , 292-293).

Μέ τί γραφή έγραψε τά έπη όμως ό Όμηρος ;

Ό Διόδωρος ό Σικελιώτης λέγει: «χρησάσθαι τοίς Πελασγικοίς γράμμασι τόν Ορφέα, καί Προναπίδην τόν Όμηρου διδάσκαλον(Γ΄67.5). Αφού λοιπόν ό δάσκαλος τού Ομήρου έγραφε στά Πελασγικά, άρα καί ό Όμηρος έγραφε σέ αυτήν τήν γραφή.
Ό Όμηρος δέν μπορούσε νά χρησιμοποιή συλλαβική γραφή, διότι ή γραμμική Β δέν μπορεί νά καταγράψη τό δακτυλικόν εξάμετρον. Ό Όμηρος χρησιμοποιούσε αλφάβητον μέ ίσως κάποια γραμμικά στοιχεία. Ό ΜΥΝΑS MINOIDE στήν Calliope (Paris,1825) αναφέρει πώς ό Αθηναίος Προναπίδης διδάσκαλος Ομήρου, υπήρξε ό πρώτος πού ετακτοποίησε τά Πελασγικά γράμματα, μέ τρόπο παρόμοιον μέ αυτόν πού χρησιμοποιούμε σήμερα. Ή πηγή αυτής τής πληροφορίας προέρχεται από τόν Αρτεμίδωρο τόν Γραμματικό. Ή Μάρ.Μάκ Ντόναλντ στόν θησαυρό Ελληνικής γλώσσης ‘ΙΒΥΚΟΣ’ (1a,49,T.1) λέγει πώς από τήν εποχή τού Τρωικού πολέμου υπήρχε στήν Ελλάδα τό αλφάβητον.


Ό Τρωικός πόλεμος θεωρείται γεγονός, άν καί οί Ιστορικοί διαφωνούν γιά τό πότε ακριβώς. Ό Δούρις ό Σάμιος τά τοποθετεί τά Τρωικά στά 1334πχ, τό Πάριο χρονικό 1209πχ, ό Έφορος στά 1135πχ ενώ ό Ερατοσθένης στά 1184πχ καί ό Ηρόδοτος στά 1350πχ. Ό Όμηρος περιγράφει τά γεγονότα τών 51 ημερών μέ απόλυτη λογική αλληλουχία. Τά προηγούμενα γεγονότα καταγράφονται στά «Κύπριακά έπη» καί τά επόμενα στό «έπος Αιθιοπίδα», «μικρά Ιλιάς» καί «Ιλίου Περσίς». Πώς όμως δικαιολογούνται τά 10 έτη. Ό Θουκυδίδης θεωρεί τό διάστημα τών 10 ετών μεγάλο γιά νά αντέξη οποιαδήποτε πόλις, σέ συστηματική πολιορκία. Ή αλήθεια είναι στόν διαχωρισμό μεταξύ τού Ίλιον πολέμου πού διήρκεσε 10 έτη καί τής εξτρατείας πού διήρκεσε μερικούς μήνες. Ή αρπαγή τής Ελένης φανερώνει ναυτική επιδρομή τών Τρωών στήν Λακωνία. Οί Αχαιοί κατόπιν συγκέντρωσαν τόν στόλο τους στήν Αυλίδα καί από εκεί εκίνησαν γιά τήν Τροία. Πρώτος ό Πρωτεσίλαος απεβιβάστηκε στήν ξηρά, παρ’όλο πού ήξερε πώς ό πρώτος θά πέθαινε. Ή αρπαγή τής Ελένης υποδηλοί τήν διενέργεια ναυτικής επιδρομής, στά πλαίσια ενός γενικευμένου πολέμου. Οί Τρώες κατείχον τό βορειοκεντρικό Αιγαίο καί οί ασφυκτιούντες Αχαιοί αντέδρασαν.Οί πρώτες μάχες εδόθησαν στήν Θάλασσα. Οί Μυκηναϊοι φαίνεται ότι εξήλθαν νικητές από τίς ναυτικές συγκρούσεις καί ότι κατώρθωσαν νά ανακτήσουν τόν επιχειρησιακό έλεγχο τού Αιγαίου, αλλά καί τών στενών τού Ελλησπόντου. Οί περιοχές τής Αβύδου καί Σηστού απετέλεσαν τήν βάση τών αρχαίων πηγών. Ανεφοδιαστικά κέντρα τών δυνάμεων τής Τροίας μέσω τών οποίων έφθασαν στήν πόλι εφόδια καί ενισχύσεις από τήν Θράκη. Ή ήττα τών Τρωών στήν Θάλασσα φαίνεται από τό ότι ό Αρχιναυπηγός των ό Φέρεκλος πολεμά πεζός καί ό Έκτωρ εμφανίζεται σέ αρκετά χωρία τού έπους, νά αναπολή τίς καλές παλιές εποχές όπου τά τρωικά πλοία διέσχιζαν τίς θάλασσες (ραψ.Γ). Ενδεικτικό τής πολιορκίας είναι τά παράπονα τού Ήρωως γιά τήν πώληση τών πολυτίμων αντικειμένων (ραψ.Σ). Οί Τρώες δέν επεχείρησαν νά αναχαιτίσουν τήν Αχαϊκή αρμάδα, γιατί ό στόλος των είχε καταστραφεί πρίν. Επιχειρήσεις προηγήθησαν τής αποβάσεως, όπως ή κατάληψη τής Τευθρανίας (Μυσίας), τής Λήμνου, τής Τενέδου, τής Ίμβρου. Οί Φρουροί στίς φρυκτωρίες έδωσαν τό σύνθημα ότι ή αρμάδα φθάνει. Οί Αχαιοί ειδήμονες σέ αποβάσεις, ρίχνουν τόν Πρωτεσίλαο μέ 5000 άνδρες στήν στενή ακτή Ροιτείου καί Σιγείου. Ή δύναμις ήταν μικρή, αλλά σέ στενό χώρο άν ό Αγαμέμνων έστελνε μεγάλη δύναμη, θά είχε τά αποτελέσματα πού είχε ό Ξέρξης αργότερα στίς Θερμοπύλες. Ό Πρωτεσίλαος μέ μεγάλες απώλειες εξασφάλισε ένα προγεφύρωμα. Σέ δεύτερο κλιμάκιο επετέθη ό Αχιλλεύς μέ τούς φοβερούς Μυρμιδόνες καί συνέτριψε τήν άμυνα τών Τρωών. Άλλωστε γιά τήν πολεμική ικανότητα τών Ελλήνων μιλούν καί τά Χιτιτικά, όπου αναφέρονται σέ επιδρομές τών Αχιγιάβα καί τού Βασιλέως Αταρσίγια (Αχαιοί – Ατρέας) στά εδάφη των, μία γενεά πρίν τά Τρωικά. Από τήν επομένη τής αποβάσεως αρχίζει ή διήγησις τού Ομήρου. Ή στρατηγική τού Αρχιστρατήγου προέβλεπε τούς Μυρμιδόνες νά μήν συμμετείχον στίς μάχες, αλλά νά έμεναν ώς γενική εφεδρεία. Στόν Όμηρο πράγματι στίς δύο πρώτες μάχες δέν συμμετέχουν, αλλά στίς δύο τελευταίες καί κρίσιμες συμμετέχουν μέ καθοριστική συμβολή. Οί Μυρμιδόνες ώς επιλεκτικό τμήμα αποτελούσαν τήν γενική εφεδρεία ή εκτελούσαν επιχειρήσεις γύρω από τήν Τροία. Πρίν τήν μάχη έχουμε μονομαχία Πάρι καί Μενελάου, όπου οί Θεοί σώζουν τόν Πάρι καί ό Πάνδαρος τοξεύει καί πληγώνει τόν Μενέλαο. Οί ελαφρύ πεζοί ετάχθησαν πρώτοι καί ή ανταλλαγή πυρών ήταν σφοδρά. Κατόπιν ετάχθησαν τά άρματα υπό τίς οδηγίες τού Νέστορος καί ή μάχη γενικεύθηκε. Οί Φάλαγγες συγκρούσθησαν καί τό αίμα έρρεε στήν γή. Δέν απέκτησε όμως κάποιος από τούς δύο τακτικό πλεονέκτημα. Νέα μονομαχία έγινε μεταξύ Έκτορος καί Άιαντος από τήν Σαλαμίνα κοντά στά τείχη, αφού έβλεπαν ή Ελένη καί ό Πρίαμος. Ή μονομαχία έληξε άκριτος καί λόγω τής νυχτός οί στρατοί απεσύρθησαν. Τήν άλλη μέρα οί Τρώες επετέθησαν μέ τό πρώτο φώς τής ημέρας στόν λόφο Καλλικολώνι καί στόν Σκάμανδρο ποταμό. Ή μάχη αυτή ήταν μάχη τριβής. Προκάλεσε κόπωσι καί εκνευρισμό. Ή μάχη σταμάτησε μόνο τήν νύχτα. Οί Τρώες στρατοπέδευσαν κοντά στό Αχαϊκό στρατόπεδο. Ό Αγαμέμνων μετά ζήτησε βοήθεια από τόν Αχιλλέα. Αλλά άν ή δύναμις τών 100000 ανδρών δέν ήδύνοντο νά επικρατήση τών Τρωών, τί θά μπορούσαν οί 2500 τού Αχιλλέως. Αυτό πού έλειπε ήταν οί στρατηγικές ικανότητες τού Αχιλλέως, οί οποίες φάνηκαν στήν τέταρτη μάχη. Εκείνο τό βράδυ ό Οδυσσέας καί ό Διομήδης σέ μία περιπολία συναντούν Τρωική περίπολο καί αιχμαλωτίζουν τόν Δόλωνα. Βάση τών πληροφοριών οί Οδυσσέας καί Διομήδης κινήθηκαν πρός τό αριστερό άκρο τών Τρωών καί σκότωσαν πολλούς Θράκες κατά τήν νύχτα. Αυτή είναι καί ιστορικά ή πρώτη επιχείρηση ανορθοδόξου πολέμου. Μέ τό πρώτο φώς οί δύο στρατιές συγκρούονταν καί ό Αγαμέμνων βρέθηκε σέ στενό χώρο, δίδοντας στούς Τρώες τακτικό πλεονέκτημα. Ό Αγαμέμνων, ό Οδυσσέας καί ό Διομήδης τραυματίζονται καί αποσύρονται. Οί Αχαιοί κλονίζονται καί υποχωρούν. Ό Σαρπηδών καί ό Έκτωρ περνούν τό Αχαϊκό τείχος. Τό βάρος τής αμύνης τών Αχαιών τό σηκώνουν οί Σαλαμίνιοι υπό τόν Αία καί Τεύκρο.Τό πρώτο πλοίο καίγεται από τούς Τρώες. Ή μάχη έχει φθάσει σέ κρίσιμο σημείο γιά τούς Αχαιούς. Ώς απομηχανής Θεός ό Πάτροκλος μέ τούς Μυρμιδόνες αιφνιδιάζουν τούς Τρώες καί τούς οδηγούν μακρύα από τά πλοία. Γιατί όμως ό Έκτωρ νά μήν είχε προβλέψη τήν επέμβαση τού Αχιλλέως, αφού απειλούντο καί τά δικά του πλοία. Οί Μυρμιδόνες δέν ήσαν στήν Τροία καί αυτό αποδεικνύεται ευκόλως. Ή επέμβασις τού Πατρόκλου έγινε στό δεξιό άκρο πού κατάρρεε ενώ ό Αχιλλέας είχε στρατοπεδεύσει στό αριστερό άκρο. Γιατί λοιπόν νά επιτεθούν αριστερά (δεξιά νικούσαν οί Αχαιοί, ενώ αριστερά οί Τρώες) καί νά μήν επιτεθούν δεξιά καί νά συντρίψουν τούς Τρώες. Αντιθέτως όμως από τήν απλή λογική, οί Μυρμιδόνες επετέθηκαν σέ εκδιαμέτρου αντίθετο σημείο καί μάλιστα βιαστηκά. Αυτό εγένετο διότι μόλις είχαν αποβιβαστεί καί επομένος επετέθησαν εκεί. Κατά τήν αντεπίθεση τών Αχαιών ή διαφορά τών δύο άκρων οδήγησε στήν αποκόπή τμημάτων τού Πατρόκλου καί στόν θάνατό του, αφού συγκρουόταν μέ υπέρτερες δυνάμεις. Ή μάχη διεκόπη καθώς έπεφτε ή νύχτα. Στήν μάχη όμως δέν έλαβαν μέρος όλοι οί Μυρμιδόνες, αλλά μέρος των μόνο. Αυτό συνέβαινε διότι τά τμήματα τών Μυρμιδόνων αφικνούοντο λίγα λίγα στό πεδίο τής μάχης. Ή κίνηση όμως τού Πατρόκλου θεωρείται αυτοθυσία, ή οποία στόχο είχε τό κέρδος χρόνου καί μόνον. Τήν άλλη μέρα μπαίνει στήν μάχη ό Αχιλλεύς.Ό Έκτωρ στέκεται νά τόν αντιμετωπίση μέ στρατηγική όμοια τής προηγουμένης ημέρας. Ή μάχη διεξάγεται μεταξύ Ιλίου καί Σκαμάνδρου. Ό Αχιλλέας δέν σκοπεύει νά φθείρη τόν στρατό του μέ άσκοπες επιθέσεις καί τοποθετεί έναν εναντίον ενός. Σκοπός του είναι νά απασχολή τό Κέντρο τών Τρωών καί σέ περίπτωση υποχωρήσεως τού αριστερού τμήματος, νά τούς παγιδέψη μεταξύ τών ποταμών Ξάνθου καί Σκαμάνδρου. Οί Τρώες ασυνήθιστοι στήν τακτική αυτή, δέν ξέρουν πώς νά αντιπαραταχθούν καί υποχωρούν. Κατά τήν υποχώρηση σφαγιάζονται από τά Αχαϊκα δόρατα καί βέλη. Ό Αχιλλέας εμφανίζεται από τόν Όμηρο νά κατακόπτη τούς Τρώας μέ τό ξίφος του. Ό Έκτωρ στήν προσπάθειά του νά συγκρατήση τά πανικόβλητα τμήματά του, μονομαχεί μέ τόν Αχιλλέα, όπου καί βρήκε τραγικό θάνατο. Οί Τρώες κλείστηκαν στά τείχη καί εμάχοντο από αυτά. Ή Πενθεσίλεια βασίλισσα τών Αμαζόνων (πρόκειται γιά μητριαρχική κοινωνία καί όχι γιά λαό πολεμικών γυναικών) ήταν ή τελευταία ελπίδα τού Πριάμου. Στήν Τροία επίσης αφήχθησαν οί Αιθίοπες υπό Μέμνονα. Ό Αχιλλέας όμως συνέτριψε κάθε βοήθεια καί ή πτώση τής πόλεως ήταν θέμα χρόνου. Σέ μία από τίς καταδιώξεις ό Αχιλλέας πεθαίνει από δηλητηριώδες βέλος τού Πάριδος Αλεξάνδρου. Οί Κηττίωνες ήσαν οί τελευταίες ενισχύσεις τών Τρωών, τούς οποίους συντρίβουν οί Μολοσσοί. Γιατί όμως οί Τρώες εφήρμοσαν τακτική ενεργητικής αμύνης καί δέν παρέμεναν εντός τών τειχών, αφήνοντας τούς Αχαιούς νά κατατριβούν σέ επιθέσεις. Τί φοβούνταν τελικά ; Τήν απάντηση δίδει ό Παυσανίας στά «αττικά» : «οί Τρώες εφοβούντο τίς πολιορκητικές μηχανές τών Αχαιών, γιαυτό καί δέν τούς άφηναν νά πλησιάσουν τά τείχη». Ώς γνωστόν οί Έλληνες συνήθιζαν νά δίδουν ονόματα ζώων σέ πολιορκητικές μηχανές (κρυός κτλ). Τό ότι ή Τροία είχε κυριευθεί κατόπιν μάχης αποδεικνύεται από τήν αρχαιολογία. Πάνω σέ ερείπια προηγουμένης πόλεως (καταστροφή από σεισμό) εκτίσθη νέα Τροία. Επισκευάσθηκε καί ενισχύθηκε ενώ επεκτάθηκε στόν τομέα τής ανατολικής Πύλης.Παρουσιάζει καί αύξηση τού πληθυσμού (τό δείχνει ή πυκνή δόμηση). Τεράστιοι αποθηκευμένοι πίθη, δείχνουν μία πρακτική εξοικονομήσεως χώρου. Ό συνωστισμός δέ εντός τών τειχών επρόκειτο νά έχει καταστροφικές συνέπειες άμα τή είσοδο τών Αχαιών στήν πόλι. Οί λίθη ήταν λιωμένοι από φωτιά, όπως ακριβώς καί στίς περιγραφές τού Ομήρου. Στήν οικία 700 εβρέθη σκελετός χωρίς όμως κεφάλι, τό οποίο ήταν έξω από τήν οικία, όπως εβρέθη καί στήν δυτική κλίμακα τού λόφου τής ακροπόλεως από όπου είχε κατακρημνισθή. Αυτοί οί σκελετοί δείχνουν πώς ή μάχη συνεχίστηκε καί μέσα στήν πόλι. Ύστερα από μακρό πόλεμο καί σύντομή πολιορκία ή Τροία αφανίσθηκε. Βέβαια υπάρχει καί ή άποψις τού Διονυσίου Αλικαρνασσέως πού αμφισβητεί τόν Δούρειο ίππο. Γράφει στήν Ρωμαϊκή Αρχαιολογία: «Ιλίου κρατηθέντος υπό Αχαιών, είτε τή Δουρείου ίππου τή απάτη, ώς Ομήρου πεποίηται, είτε τή προδοσία τών Αντηνορίδων, είτε άλλως πώς..». Μετά τήν νίκη των τά Αχαϊκά βασίλεια άρχισαν νά καταρρέου. Τά Μυκηναϊκά βασίλεια εξαντλημένα οικονομικά καί δημογραφικά συγκλονίζονται. Ή παρακμή αυτή τής Μυκηναϊκής αυτοκρατορίας έφερε ανακατατάξεις. Οί Θεσσαλοί πού πρότερον κατώκουν τήν Ήπειρο εισβάλουν στήν Θεσσαλία. Οί Βοιωτοί κατέλαβον τήν Βοιωτία καί οί Δωριείς τήν Δωρίδα, από όπου εισέβαλον στήν Πελοπόννησον, γεγονός γνωστό ώς ή Κάθοδος τών Ηρακλειδών.

No comments:

Post a Comment